ζωντάνια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ζωντάνια
γενική ζωντάνιας
αιτιατική ζωντάνια
κλητική ζωντάνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζωντάνια < ζωντανός + -ια

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /zɔ.ˈnda.ɲa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ζωντάνια θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. το να είναι κάποιος ζωντανός, να έχει δηλαδή μια ενεργητικότητα, μια έντονη δραστηριότητα
  2. ζωηράδα, ζωηρότητα, φρεσκάδα
  3. (μεταφορικά) το να φαίνεται κάτι σαν ζωντανό και παραστατικό, να προκαλεί έντονη εντύπωση

32πχ Μεταφράσεις[]