υπνωτικό
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
υπνωτικό
- υπνωτικός, στην αιτιατική του ενικού
- ουδέτερο του υπνωτικός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού