υπομονετικές
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
υπομονετικές
- υπομονετική, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού
υπομονετικές