ἐποχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : εποχή

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

< ἐπέχω < ἐπί +ἔχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ἐποχή θηλυκό

  • διακοπή, στάση
  • (φιλοσοφία) η φιλοσοφική στάση των σκεπτικών κατά την οποία ο φιλόσοφος παύει να εκφέρει κρίσεις περί την αλήθεια ή το ψεύδος των προτάσεων

Εκφράσεις[]

  • ἀστέρων ἐποχαί: οι θέσεις των αστεριών, οι σύνοδοι των πλανητών (από εδώ και η σημερινή σημασία "ιστορική εποχή