Decke
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ουσιαστικό
Decke (de) θηλυκό
- η κουβέρτα
- brauchst du eine Decke? - χρειάζεσαι (καμιά) κουβέρτα;
Decke (de) θηλυκό