Lehrer
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Γερμανικά (de)
Ουσιαστικό
Lehrer
(de)
(
θηλυκό
:
Lehrerin
)
ο
καθηγητής
ο
δάσκαλος
Συγγενικές λέξεις
→
βλέπε λέξη
:
lehren
Κατηγορίες
:
Γερμανική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (γερμανικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
Afrikaans
Brezhoneg
Deutsch
English
Suomi
Français
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
한국어
ລາວ
Lietuvių
Plattdüütsch
Nederlands
Polski
Português
Русский
Kiswahili
中文