Schwarm

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Schwarm (de) αρσενικό (πληθυντικός: die Schwärme)

  1. το σμήνος
    ein Schwarm Bienen - ένα σμήνος μελισσών
  2. το ερωτικό "πάθος"
    sein neuer Schwarm ist Petra - το νέο του "πάθος" είναι η Πέτρα