aŭtoritata
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
- aŭtoritata < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίθετο [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | aŭtoritata | aŭtoritataj |
| αιτιατική | aŭtoritatan | aŭtoritatajn |
aŭtoritata (eo)