abat-son

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
abat-son abat-sons

abat-son  (fr) αρσενικό

  1. σύνολο από ξύλινα ελάσματα με τα οποία σκεπάζονται οι οπές κωδωνοστασίου έτσι ώστε ο ήχος από τις καμπάνες να κατευθύνεται προς το έδαφος
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες