adduction

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

adduction  (en)

  1. η προσκόμιση ή παρουσίαση ενός παραδείγματος, επιχειρήματος, στοιχείου
    the adduction of new evidence is bound to have a significant effect on the course of the trial
  2. η προσαγωγή (η κίνηση των προσαγωγών, η κίνηση ενός μέλους από την περιφέρεια προς μέσα ως προς τον κατακόρυφο άξονα του σώματος)
    females demonstrate significantly greater hip adduction angles



[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
adduction adductions

adduction  (fr) θηλυκό

  1. η μεταφορά
  2. η προσαγωγή (η κίνηση των προσαγωγών, η κίνηση ενός μέλους από την περιφέρεια προς μέσα ως προς τον κατακόρυφο άξονα του σώματος)
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες