adduction
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
adduction (en)
- η προσκόμιση ή παρουσίαση ενός παραδείγματος, επιχειρήματος, στοιχείου
- the adduction of new evidence is bound to have a significant effect on the course of the trial
- η προσαγωγή (η κίνηση των προσαγωγών, η κίνηση ενός μέλους από την περιφέρεια προς μέσα ως προς τον κατακόρυφο άξονα του σώματος)
- females demonstrate significantly greater hip adduction angles
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| adduction | adductions |
adduction (fr) θηλυκό