adopta
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
- adopta < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίθετο [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | adopta | adoptaj |
| αιτιατική | adoptan | adoptajn |
adopta (eo)
- σχετικός με την υιοθεσία