aparté
Από Βικιλεξικό
[
]
aparté (fr) αρσενικό
- στο θέατρο, λέξη ή φράση του ηθοποιού που λέγεται κατ' ιδίαν (υποτίθεται ότι μόνο ο θεατής μπορεί να το ακούσει)
- σε μια συζήτηση μεταξύ πολλών ατόμων, κάτι που λέγεται μεταξύ ορισμένων, χωρίς να το ακούν οι υπόλοιποι