apopleksio
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
- apopleksio < apopleksi- + -o
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | apopleksio | apopleksioj |
| αιτιατική | apopleksion | apopleksiojn |
apopleksio (eo)