bâcler

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ba.kle/

Open book 01.svg Ρήμα[]

bâcler (fr)

  1. (παρωχημένο) ασφαλίζω μια πόρτα ή ένα παράθυρο με μια μπάρα
  2. τελειώνω βιαστικά, στο γόνατο, μια εργασία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: expédier (οικείο) cochonner, saloper, torcher
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: fignoler, soigner
  3. (αργκό) κλείνω
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: débâcler