baby-sitting

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /ba.bi⋅si.tiŋ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ενικός πληθυντικός
baby-sitting baby-sittings

baby-sitting  (fr) αρσενικό

  1. το να φυλάει κάποιος νεαρά παιδιά σαν μπέιμπι σίτερ