baie
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
ενικός
πληθυντικός
baie
baies
baie
(fr)
θηλυκό
((γεωγρ|fr}}
κόλπος
άνοιγμα
γενικός όρος για τα
βατόμουρα
και άλλα μικρά φρούτα από
θάμνους
Κατηγορίες
:
Γαλλική γλώσσα
Ουσιαστικά (γαλλικά)
Φρούτα (γαλλικά)
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Afrikaans
Brezhoneg
Česky
Deutsch
English
Eesti
Suomi
Français
Galego
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
한국어
Kurdî
Limburgs
ລາວ
Malagasy
Nederlands
Norsk (bokmål)
Polski
Română
Русский
Svenska
ไทย
Türkçe
Tiếng Việt
中文