cereal
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ετυμολογία
- cereal < Ceres
[
]
Ουσιαστικό
cereal (en)
- φυτό της οικογένειας των [[δημητριακά|δημητριακών]
- δημητριακά για το πρόγευμα