chaleureux
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- chaleureux < chaleur
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|
| αρσενικό | chaleureux | chaleureux |
| θηλυκό | chaleureuse | chaleureuses |
chaleureux (fr) αρσενικό
[
]
- chaleur
- chaleureusement
- chaleureux - chaleureuse