θερμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | θερμός | θερμή | θερμό |
| γενική | θερμού | θερμής | θερμού |
| αιτιατική | θερμό | θερμή | θερμό |
| κλητική | θερμέ | θερμή | θερμό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | θερμοί | θερμές | θερμά |
| γενική | θερμών | θερμών | θερμών |
| αιτιατική | θερμούς | θερμές | θερμά |
| κλητική | θερμοί | θερμές | θερμά |
[
]
Ετυμολογία
- θερμός (επίθετο) < αρχαία ελληνική θερμός
- θερμός (ουσιαστικό) < γαλλική thermos
[
]
Επίθετο
θερμός -ή -ό
- που έχει σχετικά υψηλή θερμοκρασία - αλλά χαμηλότερη από τον καυτό
- θερμή ημέρα
- (μεταφορικά) φιλικός, ενθουσιώδης, ένθερμος
- θερμός χαιρετισμός
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Ουσιαστικό
θερμός ουδέτερο άκλιτο
- δοχείο για υγρά που τα κρατά σε σταθερή θερμοκρασία