υγρό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υγρό | υγρά |
| Γενική | υγρού | υγρών |
| Αιτιατική | υγρό | υγρά |
| Κλητική | υγρό | υγρά |
Ετυμολογία
- ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου υγρός
Ουσιαστικό
υγρό ουδέτερο
- φυσικό σώμα σε υγρή κατάσταση
- το καλοκαίρι ο οργανισμός μας χρειάζεται υγρά
- η ταχύτητα του ήχου είναι μεγαλύτερη στα υγρά από ό,τι στον αέρα
Μεταφράσεις
Κλιτή μορφή επιθέτου
υγρό