σύγκρουση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
σύγκρουση θηλυκό
- ορμητική πτώση ενός κινούμενου αντικειμένου πάνω σε άλλο κινούμενο ή ακίνητο αντικείμενο
- θανατηφόρα μετωπική σύγκρουση δύο αυτοκινήτων
- πολεμική, αθλητική, πολιτική ή άλλου είδους μάχη, αναμέτρηση, διαφωνία
- αναντιστοιχία, ασυμβατότητα
- οι απόψεις σου έρχονται σε σύγκρουση με την κοινή λογική
Εκφράσεις [
]
- σύγκρουση γιγάντων: τα δύο αντιμαχόμενα μέρη είναι εξίσου πολύ ισχυρά
- σύγκρουση συμφερόντων: η περίπτωση κατά την οποία η αποστολή ή η εργασία που έχει αναλάβει κάποιος βρίσκεται σε σύγκρουση με τα προσωπικά του συμφέροντα