chick
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ετυμολογία [
]
- chick < chicken
Ουσιαστικό [
]
chick (en)
- κοτοπουλάκι
- (αργκό) όμορφη νεαρή γυναίκα, γκομενάκι
chick (en)