contracté

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό contracté contractés
θηλυκό contractée contractées

contracté (fr)

  1. συρρικνωμένος
  2. συντετμημένος
  3. articles contractés: au, du

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]