coupon
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
coupon (en)
- το κουπόνι
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- coupon < couper
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| coupon | coupons |
coupon (fr) αρσενικό