cul-de-poule

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

cul-de-poule < cul + de + poule

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
cul-de-poule culs-de-poule

cul-de-poule (fr) αρσενικό

  1. μεταλλικό σκεύος μέσα στο οποίο χτυπιούνται τα αυγά ή αναμειγνύονται διάφορα υλικά για να γίνει ένα γλυκό