enflure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
enflure enflures

enflure (fr) θηλυκό

  1. το εξόγκωμα, το πρήξιμο
  2. (μεταφορικά) είδος βρισιάς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]