euphémisme
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ετυμολογία
- euphémisme < ευφημισμός
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| euphémisme | euphémismes |
euphémisme (fr) αρσενικό
[
]
- euphémique
- euphémiquement
- euphémisme