exhausted
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
exhausted
- εξουθενωμένος, εξαντλημένος άνθρωπος ή πλουτοπαραγωγική πηγή
Ρηματικός τύπος [
]
exhausted
- αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος exhaust