expose
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
expose (en)
- αποκαλύπτω, εκθέτω (κάτι σε κοινή θέα)
- someone exposed my Facebook data
- εκθέτω φωτογραφικό φιλμ στο φως