illa
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλικιανά (gl) [
]
Ουσιαστικό [
]
illa (gl) θηλυκό
Καταλανικά (ca) [
]
Ουσιαστικό [
]
illa (ca) θηλυκό
Λατινικά (la) [
]
Κλιτή μορφή αντωνυμίας [
]
illa (la)
- θηλυκό του ille, στην ονομαστική του ενικού
- θηλυκό του ille, στην αφαιρετική του ενικού
- ουδέτερο του ille, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού