intérêt
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| intérêt | intérêts |
intérêt (fr) αρσενικό
- το ενδιαφέρον
- το συμφέρον
- ο τόκος