τόκος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | τόκος | τόκοι |
| γενική | τόκου | τόκων |
| αιτιατική | τόκο | τόκους |
| κλητική | τόκε | τόκοι |
Ετυμολογία [
]
- τόκος < αρχαία ελληνική τόκος (γέννηση) < τοκ- < τεκ- (από το οποίο προέρχεται και το τίκτω)
Ουσιαστικό [
]
τόκος αρσενικό
- το κέρδος που προκύπτει για το δανειστή ή πιστωτή από το κεφάλαιο που δανείζει στον δανειζόμενο ή δανειολήπτη και το οποίο καθορίζεται με διμερή συμφωνία άλλοτε στο πλαίσιο του νόμου και άλλοτε παράνομα
- με τους τόκους θα πάρει πίσω τα τριπλά απ' όσα δάνεισε στο φουκαρά
- το επιτόκιο
- του δάνεισε με τόκο 10%, δηλαδή για τα 1000 ευρώ που έδωσε θα πάρει 1100
Συνώνυμα[
]
[
]
Σύνθετα[
]
- ανατοκισμός
- επιτόκιο
- επίτοκος
- Θεοτόκος
- πρωτότοκος
- τοκογλύφος
- τοκολόγιο
- τοκομερίδιο
- τοκόσημο
- τοκοφόρος
- τοκοχρεολύσιο
- τοκοχρεολυτικός