τόκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τόκος τόκοι
γενική τόκου τόκων
αιτιατική τόκο τόκους
κλητική τόκε τόκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τόκος < αρχαία ελληνική τόκος (γέννηση) < τοκ- < τεκ- (από το οποίο προέρχεται και το τίκτω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τόκος αρσενικό

  1. (οικονομία): το κέρδος που προκύπτει για το δανειστή ή πιστωτή από το κεφάλαιο που δανείζει στον δανειζόμενο ή δανειολήπτη και το οποίο καθορίζεται με διμερή συμφωνία άλλοτε στο πλαίσιο του νόμου και άλλοτε παράνομα
    με τους τόκους θα πάρει πίσω τα τριπλά απ' όσα δάνεισε στο φουκαρά
  2. το επιτόκιο
    του δάνεισε με τόκο 10%, δηλαδή για τα 1000 ευρώ που έδωσε θα πάρει 1100

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τόκος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τόκος αρσενικό

  1. τοκετός
  2. το διάστημα της εγκυμοσύνης
    ἐνιαύσιος ὁ τόκος
  3. απόγονος
  4. (μεταφορικά) τόκος, χρήματα που "γεννιούνται" από το δανεισμό