interest
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
interest (en)
- το ενδιαφέρον
[
]
Ρήμα
interest (en)
[
]
Λατινικά (la)
[
]
Ρηματικός τύπος
interest (la)
- γ' ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος interesse: χρειάζεται, είναι απαραίτητο
- interest perseverare - χρειάζεται επιμονή (να επιμένει κανείς)