χρειάζομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- χρειάζομαι < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής < αρχαία ελληνική χρεία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /xɾi.ˈa.zɔ.mɛ/
[
]
Ρήμα
χρειάζομαι
- (μεταβατικό) έχω ανάγκη (κάτι ή κάποιον)
- χρειάζομαι χρήματα
- είμαι αναγκαίος σε κάποιον ή κάτι
- χρειάζονται χρήματα γι' αυτή τη δουλειά
- (απρόσωπο) είναι ανάγκη
- τι χρειάζεται να ξέρω για το διαδίκτυο;
[
] Εκφράσεις
- τα χρειάστηκα : τρόμαξα