komisiono
Από Βικιλεξικό
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | komisiono | komisionoj |
| αιτιατική | komisionon | komisionojn |
komisiono (eo)
- η επιτροπή