large
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Επίθετο
large (en)
Γαλλικά (fr)
Επίθετο
large (fr) αρσενικό ή θηλυκό (πληθυντικός larges)
Πίνακας περιεχομένων |
large (en)
large (fr) αρσενικό ή θηλυκό (πληθυντικός larges)