lassen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of Germany.svg Γερμανικά (de)

[] Open book 01.svg Ρήμα

lassen  (de)

  1. αφήνω
    ich lasse das Fenster auf - αφήνω το παράθυρο ανοιχτό
  2. κάνω να, δίνω για
    ich lasse meine Uhr reparieren - δίνω το ρολόι μου για επισκευή
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες