lead on

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

lead on (en) (μεταβατικό) (ιδιωματικό)

  1. παραπλανώ, παρασύρω, κάνω κάποιον να πιστέψει ένα ψέμα
  2. δίνω σε κάποιον την εντύπωση ότι θα υπάρξει μια ρομαντική σχέση