manche
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| manche | manches |
manche (fr) θηλυκό
- το μανίκι
- lève tes manches avant de te mettre au boulot !
- σήκωσε τα μανίκια σου προτού αρχίσεις τη δουλειά!
- lève tes manches avant de te mettre au boulot !