λαβή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λαβή | λαβές |
| γενική | λαβής | λαβών |
| αιτιατική | λαβή | λαβές |
| κλητική | λαβή | λαβές |
Ετυμολογία [
]
- λαβή < αρχαία ελληνική λαβή < λαμβάνω
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
λαβή θηλυκό
- το τμήμα ενός αντικειμένου από το οποίο μπορούμε να το πιάσουμε
- ο τρόπος με τον οποίο πιάνουμε κάποιον για να τον ακινητοποιήσουμε, όταν παλεύουμε μαζί του
- (μεταφορικά) αφορμή, ευκαιρία
- έδωσε πάλι λαβή για σχόλια