λαβή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαβή λαβές
γενική λαβής λαβών
αιτιατική λαβή λαβές
κλητική λαβή λαβές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

λαβή < αρχαία ελληνική λαβή < λαμβάνω

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /la.ˈvi/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

λαβή θηλυκό

  1. το τμήμα ενός αντικειμένου από το οποίο μπορούμε να το πιάσουμε
  2. ο τρόπος με τον οποίο πιάνουμε κάποιον για να τον ακινητοποιήσουμε, όταν παλεύουμε μαζί του
  3. (μεταφορικά) αφορμή, ευκαιρία
    έδωσε πάλι λαβή για σχόλια

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες