λαβή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαβή λαβές
γενική λαβής λαβών
αιτιατική λαβή λαβές
κλητική λαβή λαβές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαβή < αρχαία ελληνική λαβή < λαμβάνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /la.ˈvi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαβή θηλυκό

  1. το τμήμα ενός αντικειμένου από το οποίο μπορούμε να το πιάσουμε
  2. ο τρόπος με τον οποίο πιάνουμε κάποιον για να τον ακινητοποιήσουμε, όταν παλεύουμε μαζί του
  3. (μεταφορικά) αφορμή, ευκαιρία
    έδωσε πάλι λαβή για σχόλια

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]