menteur
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- menteur < αρχαία γαλλική, menteor < λατινική mendax
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | menteur | menteurs |
| θηλυκό | menteuse | menteuses |
menteur (fr) αρσενικό
- ο ψεύτης