mortier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
mortier mortiers

mortier  (fr) αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος) ο όλμος
  2. το τσιμέντο, μείγμα σκόνης τσιμέντου με νερό
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες