moulin
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- moulin < molin < δημώδης λατινική, molinum < mola, μυλόπετρα
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| moulin | moulins |
moulin (fr) αρσενικό
- ο μύλος