μύλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μύλος μύλοι
γενική μύλου μύλων
αιτιατική μύλο μύλους
κλητική μύλε μύλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μύλος < αρχαία ελληνική μύλη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /ˈmi.lɔs/
Ανεμόμυλοι στην Ολλανδία.

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

μύλος αρσενικό

  1. εργαστήριο όπου γίνεται άλεση καρπών
  2. συσκευή που χρησιμοποιείται κυρίως στην κουζίνα για την άλεση διάφορων υλικών όπως πιπέρι, καφές, πατάτα κ.α.
    για να γίνει πιο πηχτή η σούπα, περάστε τα λαχανικά από το μύλο
  3. το κυλινδρικό τμήμα ενός περίστροφου όπου μπαίνουν οι σφαίρες
  4. (μεταφορικά) μια πολύ μπερδεμένη κατάσταση
    με αυτόν έχουμε γίνει μύλος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα []

32πχ Μεταφράσεις []