μύλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μύλος | μύλοι |
| γενική | μύλου | μύλων |
| αιτιατική | μύλο | μύλους |
| κλητική | μύλε | μύλοι |
Ετυμολογία [
]
- μύλος < αρχαία ελληνική μύλη
Προφορά [
]
Ανεμόμυλοι στην Ολλανδία.
Ουσιαστικό [
]
μύλος αρσενικό
- εργαστήριο όπου γίνεται άλεση καρπών
- συσκευή που χρησιμοποιείται κυρίως στην κουζίνα για την άλεση διάφορων υλικών όπως πιπέρι, καφές, πατάτα κ.α.
- για να γίνει πιο πηχτή η σούπα, περάστε τα λαχανικά από το μύλο
- το κυλινδρικό τμήμα ενός περίστροφου όπου μπαίνουν οι σφαίρες
- (μεταφορικά) μια πολύ μπερδεμένη κατάσταση
- με αυτόν έχουμε γίνει μύλος