πιπέρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πίπερι, πέπερι

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πιπέρι πιπέρια
γενική πιπεριού πιπεριών
αιτιατική πιπέρι πιπέρια
κλητική πιπέρι πιπέρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιπέρι < μεσαιωνική ελληνική πιπέρι(ον), υποκοριστικό του πίπερι (ελληνιστική κοινή ) < αρχαία ελληνική πέπερι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pi.ˈpɛ.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιπέρι ουδέτερο

  1. καρπός φυτού της οικογένειας Piperaceae
  2. (γαστρονομία) μπαχαρικό που παράγεται από τους καρπούς των φυτών της οικογένειας Piperaceae

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]