πάπρικα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πάπρικα | πάπρικες |
| γενική | πάπρικας | |
| αιτιατική | πάπρικα | πάπρικες |
| κλητική | πάπρικα | πάπρικες |
Ετυμολογία [
]
- πάπρικα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
πάπρικα θηλυκό