κόκκινος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | κόκκινος | κόκκινη | κόκκινο |
| γενική | κόκκινου | κόκκινης | κόκκινου |
| αιτιατική | κόκκινο | κόκκινη | κόκκινο |
| κλητική | κόκκινε | κόκκινη | κόκκινο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | κόκκινοι | κόκκινες | κόκκινα |
| γενική | κόκκινων | κόκκινων | κόκκινων |
| αιτιατική | κόκκινους | κόκκινες | κόκκινα |
| κλητική | κόκκινοι | κόκκινες | κόκκινα |
Ετυμολογία [
]
κόκκινος < μεταγενέστερη ελληνική κόκκινος < κόκκος, ουσία που χρησιμοποιείται στην παρασκευή των χρωμάτων
Επίθετο [
]
κόκκινος, κόκκινη, κόκκινο
- αυτός που έχει το χρώμα της φωτιάς, του αίματος, της παπαρούνας
- ο κομουνιστής
[
]
- κοκκινάδα
- κοκκινάδι
- κοκκινέλη, κοκκινέλλη
- κοκκινέλι
- κοκκινίζω
- κοκκινίλα
- κοκκίνισμα
- κοκκινιστός
- κοκκινωπός
Σύνθετα [
]
Συνώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
που έχει κόκκινο χρώμα