ornement
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- ornement < λατινική ornamentum
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| ornement | ornements |
ornement (fr) αρσενικό
- η διακόσμηση, το στολίδι