pizo
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Εσπεράντο (eo) [
]
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
| πτώση | ενικός |
|---|---|
| ονομαστική | pizo |
| αιτιατική | pizon |
pizo (eo)
- ο αρακάς