αρακάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρακάς αρακάδες
γενική αρακά αρακάδων
αιτιατική αρακά αρακάδες
κλητική αρακά αρακάδες
Ο πληθυντικός είναι σπάνιος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αρακάς < αρχαία ελληνική ἄρακος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αρακάς αρσενικό

  1. το μπιζέλι, πολύσπερμος λοβός με εδώδιμα μικρά, στρογγυλά και πράσινα σπέρματα
  2. το κάθε ένα, πλούσιο σε πρωτεΐνες, σπέρμα που περιέχεται σε αυτό το λοβό
  3. το φυτό που παράγει τα ομώνυμα σπέρματα
  4. το φαγητό που έχει ως βάση τα παραπάνω σπέρματα

32πχ Μεταφράσεις[]